ἔκτμημα

ἔκ-τμημα, ατος, τό,
A section, segment, τῆς γῆς ἐκτμήματα, of the zones, Arist.Mete.362b5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκτμημα — ἔκτμημα, το (Α) τμήμα, κομμάτι ή ζώνη γης …   Dictionary of Greek

  • ἔκτμημα — section neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτμημάτων — ἔκτμημα section neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτμήματα — ἔκτμημα section neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτμήματι — ἔκτμημα section neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτμήματος — ἔκτμημα section neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.